Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

Schmoopie

Αγαπητοί αναγνώστες μου, φίλοι και σύντροφοι. Πρώτα από όλα σας χαιρετώ και σας φιλώ πολύ. Μου λείψατε.
----
Εδώ και μερικές ημέρες κάτι παράξενο συμβαίνει.
Νιώθω όμορφα μέσα μου.
Σαν να αναβλύζει καραμέλα ένα πράγμα.
Α, και χρώματα. Πολλά χρώματα. Κυρίως πορτοκαλί. Και λίγο χρυσό.
Και στη δουλειά φοράω ακουστικά, βάζω τέρμα τη μουσική και χαμογελάω. Σκέφτομαι να κόψω και τη φράντζα......Μπορεί να είμαι καλύτερη έτσι. Μπορεί, το σκέφτομαι πάντως σοβαρά χαχαχα
Δεν ξέρω τι είναι ακόμη ή τι μπορεί να γίνει.
Ξέρω όμως ότι αυτόν τον άνθρωπο χάρηκα πολύ που τον γνώρισα. Πάρα πολύ.
Κι ότι αν δεν τον γνώριζα - Θεός φυλάξοι - θα έχανα πολλά. Ωραία κι ίσως και άσχημα. Ευτυχώς τον γνώρισα (ουφ!).
Αυτά.
Α ναι, και σε θέλω.
Πολύ.
----
Θα τα ξαναπούμε σύντομα. Καλό σας βράδυ!
UPDATE: Τελείως αυθόρμητα και μετά από αίτηση του κοινού, προσθέτω ότι ο εν λόγω είναι Τοξότης, ζωγράφος, φωτογράφος και γενικά καλλιτέχνης. Και τον θαυμάζω γιατί έχει τον τρόπο να κάνει τέχνη αυτά που οι υπόλοιποι προσπερνάμε αδιάφορα. Φιλιά

5 σχόλια:

  1. ααααα πολύ καλά νέα λοιπόν!
    Μείνει εκεί!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τοξότης ε? Τα καλύτερα παιδιά είναι πάντα τοξότες, να το ξέρεις αυτό :p Φιλιά! (και μη μας ξεχνάς, έτσι?!)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία
    Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα
    Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία
    Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα

    Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου
    Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει
    Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου
    για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δεν με ορίζει

    Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι
    Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα
    Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι
    πρώτη φορά, σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα

    Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει
    Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ που μ' είδες
    Στην άμμο πάνω σ' είχα ανάστροφα ζαβώσει
    τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες

    Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο
    διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα
    Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
    ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

    Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
    Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
    Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
    Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη
    Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
    Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
    Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

    Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
    Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
    Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
    Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
    Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

    Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
    Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
    Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
    Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
    Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
    Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
    Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
    Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
    Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:

    Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
    Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
    Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
    Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
    Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

    Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο

    ΑπάντησηΔιαγραφή