Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

Αμέτρητη μοναξιά

Η μοναξιά δεν μετριέται σε κιλά.

Ούτε σε εκατοστά.

Καμιά φορά νομίζουμε ότι τη μετράμε με το χρόνο.

Λέμε, είμαι τόσο καιρό μόνος μου.

Κι όμως, κι έτσι μας ξεφεύγει η ουσία της.

Ούτε και με τίποτα άλλο από τα γνωστά.

Με το άδειο μετριέται μέσα μας.

Με τη Σαχάρα από νεκρή άμμο.

Όταν βάζουμε το δάχτυλό μας στην ψυχή
και ψηλαφίζουμε εκεί που θα έπρεπε να χτυπάει μια ζωντανή καρδιά
και βρίσκουμε μόνο μούχλα που ποτίζει όλο μας το είναι

Κι όταν στήνουμε αυτί κι ακούμε τον εαυτό μας να υποχωρεί ουρλιάζοντας μέσα σε ένα πλήθος χιλιάδων

Κι όταν πέφτουμε ολοένα και πιο βαθιά στη λύπη.

Έτσι μετριέται η μοναξιά

Το πιο άχαρο, το πιο αχάριστο από όλα τα άσχημα του κόσμου.

Καληνύχτα

Σάββατο, 29 Μαΐου 2010

Σβήσε το φως

Σε ήθελα τόσο πολύ.
Κι ακόμα δηλαδή σε θέλω.
Κι ήθελα τόσα πολλά.
Τόσο ξαφνικά.
Τότε τρόμαξα, όταν το κατάλαβα.
Όταν μετακινήθηκα τόσο ήσυχα κι ύπουλα από τον κόσμο της συμπάθειας στα πιο βαθιά νερά
Το ένιωσα το τελευταίο πρωί στο σπίτι σου. Που έπρεπε να φύγω στις επτά. εσύ κοιμόσουν με τα χέρια σου γύρω μου. Μόλις είχα ξεγλιστρήσει κι είχα φορέσει τα ρούχα μου. γύρισα και σε κοίταξα και ξαναχώθηκα στην αγκαλιά σου. Έμεινα εκεί μια ώρα. Και πόσο χάρηκα! Και πόσο τρομοκρατήθηκα!
Δεν ήθελα καθόλου να σε αγχώσω. Και τελικά αγχώθηκα εγώ. Στο έπακρο. Κι όσο πήγαινε, τόσο χειρότερα. Πικραινόμουν γιατί φαινόταν ότι κάθε φορά που έλεγα ή έκανα κάτι που έδειχνε τι ένιωθα, εσύ ερχόσουν σε δύσκολη θέση. Άρχισα να θέλω να σε βλέπω πιο πολύ, να περιμένω μήνυμά σου. Κι αυτό ήταν το ακριβώς αντίθετο από ό,τι χρειαζόταν τη δεδομένη στιγμή. Κι αγχώθηκα, και ντράπηκα, και πνίγηκα, ένιωσα ότι δεν ορίζω τον εαυτό μου. Κυρίως ένιωσα ότι αν συνέχιζα έτσι, θα σε περιόριζα κι ήταν το τελευταίο που ήθελα. Σε ήθελα καλά μαζί μου, αλλά αυτό ήθελε γερό κοντρόλ από μέρους μου κι εγώ αυτό το έχανα. Οπότε αποφάσισα να κάνω ηρωική έξοδο. Πήρα βαθειά ανάσα και το έκανα. Κι από τότε δεν έχω σταματήσει να κλαίω. Έχει πολλή πλάκα. Κλαίω όπου μου ρθει, στο γραφείο, στο λεωφορείο, ακόμη και πάνω από τα ράφια του σούπερ μάρκετ, λες και δεν μπορώ να αντέξω πόσο ανέβηκαν οι τιμές. Δεν ήξερα ότι είχα τόσα δάκρυα μέσα μου. Αλλά θα τελειώσουν σιγά σιγά. Νόμιζα ότι αν έφευγα πρώτη, θα ήταν καλύτερα. Δεν είναι. Αλλά ελπίζω να γίνει.
Σε ευχαριστώ για όλα. Ένα κομμάτι σου θα είναι μέσα μου. Όταν θα λέω χουχ ή όταν θα κοιτάζω μια φωτογραφία.
Και θα εύχομαι τα καλύτερα για σένα.
Συγνώμη που δεν μπόρεσα. Να φανώ άξια, ψύχραιμη και δυνατή και να το κάνω να δουλέψει. Απλά δεν μπόρεσα.
Κι όσο κι αν ακούγεται απίστευτο σε τόσο λίγο χρόνο, και μιας που πια δεν χρειάζεται να ανησυχώ για το τι σκέφτομαι και λέω, σε αγάπησα στα αλήθεια. Πότε πρόλαβα δεν ξέρω, αλλά σε αγάπησα. Απόδειξη ότι ακόμη και τώρα εσένα έχω στο μυαλό μου. Να είσαι εσύ καλά, να μην στενοχωρηθείς καθόλου, να μην νιώσεις προδομένος ή μόνος. Αλλιώς θα με τσακίσει. Να προσέχεις μωρό μου όμορφο, βλαμμένο μου.

Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

Τρίτη, 18 Μαΐου 2010

Αααχχχχ

Έκανα λάθος Έκανα λάθος Έκανα λάθος Έκανα λάθος
Όλα καλά Όλα καλά Όλα καλά Όλα καλά Όλα καλά
Ζήτω Ζήτω Ζήτω Ζήτω Ζήτω Ζήτω Ζήτω Ζήτω Ζήτω
Α, και συγνώμη μωρό μου για αυτά που σκέφτηκα
Αυτή η ρημάδα η ανασφάλεια τα φταίει όλα
Έχω γεράσει κιόλας .... :(

Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

ok, that's the way the story goes

Γυρνάς στη ζωή σου ψιλοαπογοητευμένος. Όχι άσχημα, όχι με ιδιαίτερα προβλήματα,ούτε θέματα επιβίωσης ούτε τίποτα, απλώς κάτι λείπει και μαθαίνεις να συμβιβάζεσαι με τις ελλείψεις σου. Αλλά πάντα υπάρχει ένα κενό.
Κι ύστερα γνωρίζεις κάποιον από το πουθενά. Ακριβώς στην κόψη εκείνης της στιγμής που έχεις πάρει απόφαση ότι θα είσαι μόνος σου. Όχι μόνος από ανθρώπους, μόνος μέσα σου. Γιατί η γλώσσα που μιλάς ακούγεται στους άλλους ακαταλαβίστικη. Κι έτσι έχεις μάθει να συλλαβίζεις κάποιες λέξεις στη δική τους για να μπορείς να συνεννοείσαι. Αυτό όμως δεν είναι επικοινωνία. Κι έτσι μένεις πάντα λίγο στην άκρη, κάπως φοβισμένος.
Κι όμως, αυτός ο κάποιος την καταλαβαίνει τη γλώσσα σου. Και σου κάνει έκπληξη που νομίζεις ότι καταλαβαίνεις κι εσύ τη δική του. Ωραία αίσθηση, άνεση, με χαρά παιδιού το δέχεσαι.
Κι ύστερα, μιλάτε περισσότερο, συναντιέστε. Και συνεχίζεις να νιώθεις ωραία. Κι εντάξει, δεν τα καταλαβαίνεις τελικά κι όλα, αλλά είναι από τα αντίθετα που μπορεί και να κάνουν ωραίο συμπλήρωμα. Καινούριος κόσμος, καιρός για εξερευνήσεις. Γράφεις ποστ γιατί ο ενθουσιασμός δεν χωράει πια μέσα σου, πετάς. Κι έχεις ανταπόκριση. Έτσι φαίνεται. Λες, ορίστε, υπάρχει. Υπάρχει περίπτωση να μην είσαι πια μόνος. Ακόμη καλύτερα, υπάρχει περίπτωση να βρήκες κάποιον να περνάς όμορφα.
Κι ύστερα διάλειμμα. Για διαφημίσεις. Που παγιώνεται. Με λόγους, χωρίς λόγους. Κάνεις υπομονή γιατί στο ζητάει και περιμένεις. Στην αρχή. Ύστερα, περνάνε λίγες μέρες, αρχίζεις να στενοχωριέσαι, θυμώνεις, μετά πάλι στενοχωριέσαι. Μπορεί να κλάψεις και λίγο. Το βραδυ μόνος σου, το πρωί στο δρόμο, μέχρι να ηρεμήσεις. Έπειτα το φιλοσοφείς. Πόσες πια να είναι οι εξαιρέσεις; Πόσες φορές γίνονται θαύματα; Το λογικό είναι αυτό που γίνεται. Άρα κανένα πρόβλημα. Είσαι εκεί που ήσουν και πριν. Λίγο πιο λίγος μέσα, λίγο πιο κυνικός, λίγο πιο άδειος. Πάντως τίποτα φοβερό. Ούτε παράξενο. Είπαμε, λογικό.
Και μετά μια μέρα που μιλάς μαζί του πάλι, εντάξει, ήρεμος είσαι, αλλά όχι και αναίσθητος. Και σε ρωτάει μεταξύ άλλων "βρήκες καινούριο;", μισοαστεία, μισοσοβαρά. Και τι να πεις; Ξαναγίνεσαι ο κουρασμένος άνθρωπος που ήσουν, δεν θες να απαντήσεις κάτι, παρά μόνο λες κι εσυ στο ίδιο ύφος "τι σε νοιάζει;"
Και μετά πάλι περί ανέμων και υδάτων
Αυτά
Τι περιμένεις;
Έτσι είναι τελικά τα πράγματα
Χαλαρά
Κι όχι ότι έχεις να καταλογίσεις και κάτι
Πραγματικά δεν έχεις
Απλώς δεν ανήκεις στις εξαιρέσεις
Καλό μας βράδυ

Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010

Σήμερα έχω νεύρα, οπότε θα ακούσουμε μουσική (ναι ναι, μην αγκομαχάτε)

Εργασιακά προβλήματα, οπότε μόνο η Πέτα θα μας σώσει σήμερα



Κι άλλο ένα (λειτουργεί ως ηρεμιστικό)




Καλό απόγευμα! Και κουράγιο σε όλους, έχουμε δύσκολα μπροστά μας.

Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010

Γλυκό μου πλάσμα

Απόψε να ξέρεις σ' αγαπώ και λίγο.
Όνειρα γλυκά

Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

Αυτά θα σου έλεγα από κοντά

Στο σπίτι σου έχω μια κούπα για να πίνω τον καφέ μου. Έτσι μου είπες. Μου την έδωσες από το ντουλάπι.
Και νομίζω ότι έχω ξεχάσει και λίγο από το μυαλό και την καρδιά μου στην κουζίνα σου. Έλιωσαν πάνω στο μωσαϊκό.
Και κάθε φορά μου δείχνεις ένα σωρό βιντεάκια στο ίντερνετ και πεθαίνω από τα γέλια.
Λατρεύω τις φωτογραφίες σου. Ναι, κι αυτές με τα έντομα. Αλλά κυρίως με τις σταγονίτσες.
Κι οι πίνακές σου έχουν ηχώ μέσα μου. Σαν να ήταν κανονισμένο από καιρό να τους δω. Έχουν νόημα, πράγμα σπάνιο για μένα.
Το δέρμα σου είναι το πιο απαλό του κόσμου. Το νιώθω όταν κρατάς το χέρι μου μέσα στο χέρι σου και είμαι καλά. Τα δάχτυλά μας ταιριάζουν άψογα. Κι όταν με αγκαλιάζεις κι ανατριχιάζω από ικανοποίηση.
Κι όταν μιλάς σοβαρά, λατρεύω το πρόσωπό σου. Κι όταν γελάς, γελάω διπλά.
Και δεν ζηλεύω όπως νομίζεις, όχι. Απλώς θέλω να σε έχω κοντά μου πολύ, πάρα πολύ. Αρχή είναι ακόμη. Θα στρώσω χαχαχα. Καρκίνος βλέπεις, ευαίσθητη και τσαμπουκαλού, δύο σε ένα.
Τι θέλω να πω με αυτό; Χμ, ότι σε ευχαριστώ πολύ. Για όλα όσα μου έφερες. Χρώματα, ήχους, χαμόγελο, τσαντίλα, κόμπο στο στομάχι, πόνο στην καρδιά, ανασφάλεια, αγωνία, χαρά, ομορφιά, όλα. Αν καταφέρω να σου γυρίσω πίσω το ένα δέκατο από αυτά, θα γίνεις ο πιο χαρούμενος άνθρωπος στον πλανήτη.
Κι αν αύριο το πρωί ξυπνούσα και ήξερα ότι δεν θα σε ξαναδω ποτέ, πάλι τυχερή θα ήμουνα, πάλι πλούσια θα με είχες κάνει. Αυτό. Όμως να ξέρεις, δεν σημαίνει ότι όταν νευριάζω δεν θα εξαφανίζομαι. Όχι, θα εξαφανίζομαι, αλλά δεν θα σταματήσω να σε θέλω.
Είσαι ο πιο όμορφος άνθρωπος που μου έχει συμβεί τα τελευταία δέκα χρόνια. Με διαφορά.
Και πρόλαβες να γράψεις ήδη μέσα μου όσο λίγοι. Αλλά το ξέρεις ήδη.
Καλό βράδυ, θα τα πούμε μετά

Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

Schmoopie

Αγαπητοί αναγνώστες μου, φίλοι και σύντροφοι. Πρώτα από όλα σας χαιρετώ και σας φιλώ πολύ. Μου λείψατε.
----
Εδώ και μερικές ημέρες κάτι παράξενο συμβαίνει.
Νιώθω όμορφα μέσα μου.
Σαν να αναβλύζει καραμέλα ένα πράγμα.
Α, και χρώματα. Πολλά χρώματα. Κυρίως πορτοκαλί. Και λίγο χρυσό.
Και στη δουλειά φοράω ακουστικά, βάζω τέρμα τη μουσική και χαμογελάω. Σκέφτομαι να κόψω και τη φράντζα......Μπορεί να είμαι καλύτερη έτσι. Μπορεί, το σκέφτομαι πάντως σοβαρά χαχαχα
Δεν ξέρω τι είναι ακόμη ή τι μπορεί να γίνει.
Ξέρω όμως ότι αυτόν τον άνθρωπο χάρηκα πολύ που τον γνώρισα. Πάρα πολύ.
Κι ότι αν δεν τον γνώριζα - Θεός φυλάξοι - θα έχανα πολλά. Ωραία κι ίσως και άσχημα. Ευτυχώς τον γνώρισα (ουφ!).
Αυτά.
Α ναι, και σε θέλω.
Πολύ.
----
Θα τα ξαναπούμε σύντομα. Καλό σας βράδυ!
UPDATE: Τελείως αυθόρμητα και μετά από αίτηση του κοινού, προσθέτω ότι ο εν λόγω είναι Τοξότης, ζωγράφος, φωτογράφος και γενικά καλλιτέχνης. Και τον θαυμάζω γιατί έχει τον τρόπο να κάνει τέχνη αυτά που οι υπόλοιποι προσπερνάμε αδιάφορα. Φιλιά

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

Σ' ευχαριστώ

Ήρθες σιγά σιγά, στα νύχια των ποδιών, προσέχοντας να μην κάνεις θόρυβο και με ξυπνήσεις. Το ένιωθα μέσα στον ύπνο μου σχεδόν, πόσες τύψεις είχες που έφευγες και μετά γυρνούσες πάλι μες το σκοτάδι. Αλλά κι εγώ ήξερα ότι δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς και μέσα μου ευχαριστούσα πάντα όλους τους γνωστούς κι άγνωστους θεούς για την επιστροφή σου. Άλλη μια νύχτα έλεγα, κι έσβηνα νοερά το χαρτάκι από το ημερολόγιο
Αυτό το βράδυ όμως κάτι άλλαζε. Κι αυτό πλησίαζε νυχοπατώντας, απαλά, για να μη με τρομάξει μάλλον. Όμως αυτή τη φορά μου είχε πει το ένστικτο να περιμένω. Ήταν φάντασμα από χθες ή ελπίδα για το αύριο; Δεν ήθελα να μάθω από τόσο νωρίς μάλλον, για αυτό και γύρισα πλευρό κι έκανα πως κοιμάμαι βαθιά, για να κερδίσω ένα λεπτό ακόμη ευτυχισμένης άγνοιας και ηρεμίας.
"Δεν θα ξανάρθω" μου ψιθύρισες στο αυτί. "Το ξέρω πως με ακούς, δεν θα ξανάρθω, κατάλαβες; Εντάξει; Δεν μπορώ. Όταν είμαι μαζί σου, δεν είμαι εγώ, δεν είμαι ελεύθερος, κατάλαβες; Πρέπει να φύγω, αλλιώς θα σε σκοτώσω, Θα πρέπει να σε σκοτώσω, εντάξει; Λοιπόν θα φύγω. Γεια. Βρες άλλο θύτη στα θύματά σου".
Χαμογέλασα από θλίψη, αλλά δεν γύρισα να σε δω. Άκουγα το βήμα σου να φεύγει λυτρωμένο, βασανιστικά ανακουφισμένο, από το σπίτι που το λέγαμε καιρό τώρα "δικό μας" (τι αυταπάτη κι αυτή - να νομίζουμε ότι μπορούμε να διαφεντεύουμε τοίχους και ντουβάρια, ποιο άλλωστε το όφελος να είναι "δικά μας";).
Δεν πρόλαβα μόνο να σου πω την αλήθεια. Πως είχα φύγει πρώτη, πολύ νωρίτερα, πως πετούσα χρόνια πάνω από τα κεφάλια μας, έξω από το σώμα μου, και σου ψιθύριζα στ' αυτί όταν κοιμόσουν "Φύγε, φύγε, θα τρελαθούμε, εντάξει; Φύγε, σώσε μας και τους δυο, ζήσε, θέλω να ζήσω πάλι, θέλω να βλέπω τα φυτά να μεγαλώνουν στους κήπους μου και η ανάσα σου μου τα σκοτώνει. Φύγε".
Έτσι το έλεγα, στην τύχη. Δεν πίστευα ότι με άκουγες. Κι όμως με άκουσες. Με αγάπησες. Έφυγες.
Σ' ευχαριστώ

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010

Εξομολογήσεις

Αν το σκεφτώ καλά, ποτέ δεν προστάτεψα τον εαυτό μου. Δεν τον φρόντισα, δεν τον αγάπησα ουσιαστικά. Γι αυτό και δεν τον έπλασα. Γι' αυτό και δεν μεγάλωσα ποτέ. Πάντα με έβλεπα, σαν να με παρατηρούσα από έξω μου, να πηγαίνω καταπάνω στο ο,τιδήποτε χωρίς ούτε μια μικρή τόση δα πανοπλία, χωρίς έστω μια ομπρέλα να μην με παίρνουν τα νερά. Και τελικά εκεί πλατσούριζα, μες στα νερά. Πάντα να παραδίνομαι αμαχητί και αβασάνιστα. Κι αυτό που κέρδισα (;) είναι αδόμητες επιτυχίες χωρίς περηφάνεια, αναιτιολόγητες, τυχαίες εκβάσεις, ανούσιες μέρες και πολλές πολλές τύψεις. Έχω κάνει κακό από φόβο. Μετά έχω φοβηθεί να το ομολογήσω ακόμη και σε μένα. Έκλεινα τα μάτια με τις παλάμες κι αρνιόμουν να βγω στο φως. Την ίδια ώρα που έλεγα σε όλους "Περάστε, ορίστε, πάρτε ό,τι θέλετε", άκριτα, από αγάπη; από ανάγκη; μάλλον κι από τα δύο. Χωρίς τροχονόμο να ελέγχει τις πορείες. Κι αφού δεν μ' αγαπούσα κι αφού δεν με προστάτευα, όλοι καλύτεροι ήταν από μένα, όλοι πιο δικαιολογημένοι, όλοι αλάνθαστοι.
Δεν με προστάτεψα, όχι. Κι αυτό που με πονάει και δακρύζω τώρα, είναι ότι ακόμη το ίδιο κάνω, που σημαίνει ότι δεν με αγαπάω. Κι αν ούτε εγώ δεν με αγαπάω, τότε είμαι πια τελείως μόνη.

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2010

Σε σένα το λέω

Φοβάμαι αυτό το δάσος που πυκνώνει γύρω μου
όλο και ξεμακραίνω από το φως
σκαρφαλώνω σε φορτηγά που δεν έχουν δρομολόγια, μόνο φυγή
Φοβάμαι τα χέρια που με ακουμπάνε, απαιτούν κι ύστερα σφυρίζουν αδιάφορα
Δεν θέλω να καπηλεύομαι πια τα κομμάτια μου
Βαρέθηκα να βλέπω ό,τι πιο άγιο χαρίζω φέιγ βολάν στους δρόμους
Σαν φτηνό κομικ
Όχι άλλο ανθρώπους που νομίζουν ότι με ξέρουν και το φωνάζουν παντού περήφανοι
Όχι φίλε
Αν δεν με έχεις δει να κλαίω
Αν δεν με έχεις ακούσει να φωνάζω
Αν δεν σε έχει ακουμπήσει ο πάγος μου
Αν τη σιωπή μου την ερμηνεύεις ως ναι
Αν δεν μπορείς να δεις στα μάτια μου το όχι
Τότε δεν με ξέρεις
Κι αν έχεις την ανάγκη αυτό να το νομίζεις
Ψάξου. Κάτι στραβό έχεις. Πιο στραβό απ' το δικό μου πάντως.

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010

Το έζησα

Ύστερα το πρωί με πήρες τηλέφωνο. Ήθελες να δεις πώς είμαι. Μέσα μου εννοούσες, το ξέρω γλυκό μου, σε ευχαριστώ. Ήμουν - και στο είπα - μια χαρά, απλώς νύσταζα και γιατί με ξυπνάς τόσο πρωί, δεν ξέρεις τι ώρα κοιμηθήκαμε; Δεν με πείραζε όμως στο βάθος. Καλά ήταν.
Μετά σηκώθηκα κι εξαφάνισα τα ίχνη. Έβαλα τα ρούχα στο πλυντήριο, έκανα ένα καυτό μπάνιο. Λούστηκα, τρίφτηκα καλά καλά κι έκανα καταγραφή στον μεγάλο καθρέφτη. Μια μελανιά στο στήθος, άλλες δύο στο πόδι, μια γρατζουνιά στο λαιμό, πόνος σε όλες τις αρθρώσεις. Κατόπιν ήσυχα. Συνέχισα τη μέρα.
Δεν σε διέγραφα, όχι. Αντίθετα. Δεν σκούπισα τα σημάδια από άρνηση, θυμό, αδυναμία ή προσδοκία. Ήταν που απλώς μπήκε η τελεία και δεν υπήρχε αιτία για ενθύμια. Προχώρησα. Απλώς. Πολύ απλώς. Και πολύ λυτρωτικώς. Ανάλαφρα κι όμορφα. Έκλεισε ο κύκλος.
Ήθελα. Στα είπα. Μου τα είπα. Καλή χρονιά μας τώρα.