Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

Σ' ευχαριστώ

Ήρθες σιγά σιγά, στα νύχια των ποδιών, προσέχοντας να μην κάνεις θόρυβο και με ξυπνήσεις. Το ένιωθα μέσα στον ύπνο μου σχεδόν, πόσες τύψεις είχες που έφευγες και μετά γυρνούσες πάλι μες το σκοτάδι. Αλλά κι εγώ ήξερα ότι δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς και μέσα μου ευχαριστούσα πάντα όλους τους γνωστούς κι άγνωστους θεούς για την επιστροφή σου. Άλλη μια νύχτα έλεγα, κι έσβηνα νοερά το χαρτάκι από το ημερολόγιο
Αυτό το βράδυ όμως κάτι άλλαζε. Κι αυτό πλησίαζε νυχοπατώντας, απαλά, για να μη με τρομάξει μάλλον. Όμως αυτή τη φορά μου είχε πει το ένστικτο να περιμένω. Ήταν φάντασμα από χθες ή ελπίδα για το αύριο; Δεν ήθελα να μάθω από τόσο νωρίς μάλλον, για αυτό και γύρισα πλευρό κι έκανα πως κοιμάμαι βαθιά, για να κερδίσω ένα λεπτό ακόμη ευτυχισμένης άγνοιας και ηρεμίας.
"Δεν θα ξανάρθω" μου ψιθύρισες στο αυτί. "Το ξέρω πως με ακούς, δεν θα ξανάρθω, κατάλαβες; Εντάξει; Δεν μπορώ. Όταν είμαι μαζί σου, δεν είμαι εγώ, δεν είμαι ελεύθερος, κατάλαβες; Πρέπει να φύγω, αλλιώς θα σε σκοτώσω, Θα πρέπει να σε σκοτώσω, εντάξει; Λοιπόν θα φύγω. Γεια. Βρες άλλο θύτη στα θύματά σου".
Χαμογέλασα από θλίψη, αλλά δεν γύρισα να σε δω. Άκουγα το βήμα σου να φεύγει λυτρωμένο, βασανιστικά ανακουφισμένο, από το σπίτι που το λέγαμε καιρό τώρα "δικό μας" (τι αυταπάτη κι αυτή - να νομίζουμε ότι μπορούμε να διαφεντεύουμε τοίχους και ντουβάρια, ποιο άλλωστε το όφελος να είναι "δικά μας";).
Δεν πρόλαβα μόνο να σου πω την αλήθεια. Πως είχα φύγει πρώτη, πολύ νωρίτερα, πως πετούσα χρόνια πάνω από τα κεφάλια μας, έξω από το σώμα μου, και σου ψιθύριζα στ' αυτί όταν κοιμόσουν "Φύγε, φύγε, θα τρελαθούμε, εντάξει; Φύγε, σώσε μας και τους δυο, ζήσε, θέλω να ζήσω πάλι, θέλω να βλέπω τα φυτά να μεγαλώνουν στους κήπους μου και η ανάσα σου μου τα σκοτώνει. Φύγε".
Έτσι το έλεγα, στην τύχη. Δεν πίστευα ότι με άκουγες. Κι όμως με άκουσες. Με αγάπησες. Έφυγες.
Σ' ευχαριστώ

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010

Εξομολογήσεις

Αν το σκεφτώ καλά, ποτέ δεν προστάτεψα τον εαυτό μου. Δεν τον φρόντισα, δεν τον αγάπησα ουσιαστικά. Γι αυτό και δεν τον έπλασα. Γι' αυτό και δεν μεγάλωσα ποτέ. Πάντα με έβλεπα, σαν να με παρατηρούσα από έξω μου, να πηγαίνω καταπάνω στο ο,τιδήποτε χωρίς ούτε μια μικρή τόση δα πανοπλία, χωρίς έστω μια ομπρέλα να μην με παίρνουν τα νερά. Και τελικά εκεί πλατσούριζα, μες στα νερά. Πάντα να παραδίνομαι αμαχητί και αβασάνιστα. Κι αυτό που κέρδισα (;) είναι αδόμητες επιτυχίες χωρίς περηφάνεια, αναιτιολόγητες, τυχαίες εκβάσεις, ανούσιες μέρες και πολλές πολλές τύψεις. Έχω κάνει κακό από φόβο. Μετά έχω φοβηθεί να το ομολογήσω ακόμη και σε μένα. Έκλεινα τα μάτια με τις παλάμες κι αρνιόμουν να βγω στο φως. Την ίδια ώρα που έλεγα σε όλους "Περάστε, ορίστε, πάρτε ό,τι θέλετε", άκριτα, από αγάπη; από ανάγκη; μάλλον κι από τα δύο. Χωρίς τροχονόμο να ελέγχει τις πορείες. Κι αφού δεν μ' αγαπούσα κι αφού δεν με προστάτευα, όλοι καλύτεροι ήταν από μένα, όλοι πιο δικαιολογημένοι, όλοι αλάνθαστοι.
Δεν με προστάτεψα, όχι. Κι αυτό που με πονάει και δακρύζω τώρα, είναι ότι ακόμη το ίδιο κάνω, που σημαίνει ότι δεν με αγαπάω. Κι αν ούτε εγώ δεν με αγαπάω, τότε είμαι πια τελείως μόνη.

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2010

Σε σένα το λέω

Φοβάμαι αυτό το δάσος που πυκνώνει γύρω μου
όλο και ξεμακραίνω από το φως
σκαρφαλώνω σε φορτηγά που δεν έχουν δρομολόγια, μόνο φυγή
Φοβάμαι τα χέρια που με ακουμπάνε, απαιτούν κι ύστερα σφυρίζουν αδιάφορα
Δεν θέλω να καπηλεύομαι πια τα κομμάτια μου
Βαρέθηκα να βλέπω ό,τι πιο άγιο χαρίζω φέιγ βολάν στους δρόμους
Σαν φτηνό κομικ
Όχι άλλο ανθρώπους που νομίζουν ότι με ξέρουν και το φωνάζουν παντού περήφανοι
Όχι φίλε
Αν δεν με έχεις δει να κλαίω
Αν δεν με έχεις ακούσει να φωνάζω
Αν δεν σε έχει ακουμπήσει ο πάγος μου
Αν τη σιωπή μου την ερμηνεύεις ως ναι
Αν δεν μπορείς να δεις στα μάτια μου το όχι
Τότε δεν με ξέρεις
Κι αν έχεις την ανάγκη αυτό να το νομίζεις
Ψάξου. Κάτι στραβό έχεις. Πιο στραβό απ' το δικό μου πάντως.

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010

Το έζησα

Ύστερα το πρωί με πήρες τηλέφωνο. Ήθελες να δεις πώς είμαι. Μέσα μου εννοούσες, το ξέρω γλυκό μου, σε ευχαριστώ. Ήμουν - και στο είπα - μια χαρά, απλώς νύσταζα και γιατί με ξυπνάς τόσο πρωί, δεν ξέρεις τι ώρα κοιμηθήκαμε; Δεν με πείραζε όμως στο βάθος. Καλά ήταν.
Μετά σηκώθηκα κι εξαφάνισα τα ίχνη. Έβαλα τα ρούχα στο πλυντήριο, έκανα ένα καυτό μπάνιο. Λούστηκα, τρίφτηκα καλά καλά κι έκανα καταγραφή στον μεγάλο καθρέφτη. Μια μελανιά στο στήθος, άλλες δύο στο πόδι, μια γρατζουνιά στο λαιμό, πόνος σε όλες τις αρθρώσεις. Κατόπιν ήσυχα. Συνέχισα τη μέρα.
Δεν σε διέγραφα, όχι. Αντίθετα. Δεν σκούπισα τα σημάδια από άρνηση, θυμό, αδυναμία ή προσδοκία. Ήταν που απλώς μπήκε η τελεία και δεν υπήρχε αιτία για ενθύμια. Προχώρησα. Απλώς. Πολύ απλώς. Και πολύ λυτρωτικώς. Ανάλαφρα κι όμορφα. Έκλεισε ο κύκλος.
Ήθελα. Στα είπα. Μου τα είπα. Καλή χρονιά μας τώρα.